Αν η εμπειρία του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος κολύμβησης στο Μόναχο μπορούσε να περιγραφεί με μια λέξη, τουλάχιστον όπως το βιώσαμε εμείς από την δική μας πλευρά με την Αναστασία, αυτή θα ήταν σίγουρα η λέξη «έκπληξη». Και όπως ξέρετε οι εκπλήξεις μπορεί να είναι δύο ειδών: είτε ευχάριστες είτε δυσάρεστες.
Νομίζω ότι ένας σημαντικός παράγοντας που κρίνει αν μια κατάσταση θα εκπλήξει τελικά κάποιον (το αν ευχάριστα ή δυσάρεστα δεν έχει σημασία) είναι οι προσδοκίες που έχει δημιουργήσει γι’ αυτή πριν γίνει πραγματικότητα. Τουλάχιστον, με βάση όσα ζήσαμε στο Μόναχο, η παραπάνω πρόταση βγάζει απόλυτο νόημα και βρίσκει ταύτιση σε αρκετές περιπτώσεις.
Για να μπείτε λίγο στο κλίμα, επιβάλλεται, θεωρώ, να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Όταν πρωτομάθαμε (σ.σ. γράφω σε α’ πληθυντικό γιατί αφορά εμένα και τη φωτογράφο μας, Αναστασία Καρεκλά, που καλύψαμε από κοινού τη διοργάνωση) ότι το φετινό Ευρωπαϊκό θα φιλοξενηθεί στο Μόναχο και όχι σε κάποια άγνωστη μέχρι πρότινος σε εμάς κωμόπολη της Ευρώπης, προετοιμαστήκαμε μέσα μας για μία από τις πιο «προσεγμένες» διοργανώσεις που έχουμε πάει ποτέ. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι, κατά κανόνα, οι φίλοι Γερμανοί φημίζονται για την οργανωτικότητα και τη συνέπειά τους, δύο χαρακτηριστικά που, στο μυαλό μας, θα συνδυάζονταν τέλεια με τις εγκαταστάσεις του Ολυμπιακού Κολυμβητηρίου του Μονάχου, το οποίο πριν από 54 χρόνια αποτέλεσε το σημείο συνάντησης της ελίτ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1972.

Όλα τα παραπάνω ακούγονται ιδανικά και πολύ λογικά να τα σκεφτεί κάποιος, έτσι δεν είναι; Ωστόσο, για κακή μας τύχη, αυτά δεν ήταν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Γερμανών που ξεχώρισαν στη διοργάνωση. Έξι μέρες στο Μόναχο ήταν αρκετές για να γίνει ξεκάθαρη η έλλειψη ευελιξίας στον τρόπο σκέψης τους — κάτι απολύτως λογικό όταν έχεις μάθει πάντα να λειτουργείς «σε κουτάκια» — η οποία, σε συνδυασμό με την έλλειψη οργανωτικής εμπειρίας μεγάλων κολυμβητικών διοργανώσεων, έκανε τη διοργάνωση εξουθενωτική, τουλάχιστον από τη δική μας πλευρά.
Οι διοργανωτές, κατά κάποιον τρόπο, μάλλον ξέχασαν ότι το ημερολόγιο γράφει 2026 και τα media είναι, αν όχι απαραίτητα γι’ αυτούς, όπως καταλάβαμε, δεδομένα για τον υπόλοιπο κόσμο. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια τόσο σημαντική διοργάνωση, με δημοσιογράφους και φωτογράφους από διάφορες χώρες της Ευρώπης. Για να μην ξεκινήσω να αναλύω την ατελείωτη λίστα με αστοχίες, θα σας πω μόνο μερικά τρανταχτά παραδείγματα της μηδαμινής μέριμνας από πλευράς τους:
- Κανένα media center για να δουλέψουμε με την ησυχία μας μετά τη λήξη του αγωνιστικού προγράμματος και, για την ακρίβεια, ούτε καν πρίζες για να φορτίσουμε τις απαραίτητες συσκευές για τη δουλειά μας.
- Εθελοντές που δεν είχαν καμία διάθεση να βοηθήσουν και, μερικές φορές, έτυχε να μας διώξουν μετά τη λήξη του προγράμματος, μη ενδιαφερόμενοι για το αν είχαμε ολοκληρώσει τη δουλειά μας (σ.σ. μάλιστα, μία μέρα πήγαμε στις θέσεις που μας είχαν δώσει και βρήκαμε την πόρτα των media σφραγισμένη).
- Απαίτηση να βγούμε εκτός του κολυμβητηρίου προκειμένου να πάμε από τις θέσεις μας στη μεικτή ζώνη και στα photo positions.
- Εξαιρετικά περιορισμένη προσβασιμότητα των φωτογράφων σε χώρους όπου επιβάλλεται η παρουσία τους (π.χ. μπροστά από το βάθρο).
- Και το κερασάκι στην τούρτα: καμία παροχή καφέ ή έστω νερού, όπως συνηθίζεται σε όλες τις μεγάλες διοργανώσεις (για φαγητό δεν το συζητώ καν). Στο τελευταίο ίσως χρειάζεται διευκρίνιση ότι υπήρχαν διάφορα stand με φαγητά και ποτά. Απλώς θα αναφέρω ότι ένα μπουκαλάκι νερό κόστιζε 4,50 €.
Μετά από συζητήσεις μας με την αποστολή και όσο περνούσαν οι μέρες, στα παραπάνω προστέθηκαν, μεταξύ άλλων, η κακή ποιότητα του φαγητού στο ξενοδοχείο των αθλητών/τριών και η αποπνικτική ατμόσφαιρα στην αγωνιστική πισίνα, που δυσκόλευε τα παιδιά στις αναπνοές τους. Δεν θέλω, σε καμία περίπτωση, να μείνω στις κακές στιγμές αυτής της διοργάνωσης, γιατί ως επίγευση αυτό που έμεινε ήταν οι στιγμές που ζήσαμε με την ελληνική αποστολή όλες τις μέρες της διοργάνωσης· αυτές είναι που θα κρατήσουμε από το Ευρωπαϊκό του Μονάχου. Ωστόσο, μερικά πράγματα είναι καλό να ειπώνονται, μερικές φορές.
Μετά από αυτή τη λίστα παραπόνων, που ελπίζω να μην σας κούρασε, αλλά να σας έδωσε μια άλλη όψη της διοργάνωσης εκ των έσω, επιστρέφω σε αυτό με το οποίο ξεκίνησα: ότι στη ζωή υπάρχουν δύο κατηγορίες εκπλήξεων, οι δυσάρεστες και οι ευχάριστες. Στο Μόναχο σίγουρα υπήρχαν μικρές στιγμές που μας έδωσαν χαρά εκεί που δεν το περιμέναμε — πέρα από τις αγωνιστικές, φυσικά — αλλά προσωπικά μία με εντυπωσίασε περισσότερο και είναι αυτή που νομίζω ότι θα μου μείνει περισσότερο από όσα γράφω εδώ.
Όλοι μας (media, προπονητές, αθλητές) ξέραμε ότι η φετινή ελληνική αποστολή ήταν εξαιρετική εντός και εκτός πισίνας και όλοι μας αισθανόμασταν περηφάνια κάθε μέρα που ήμασταν σε θέση, παρότι αριθμητικά υστερούσαμε σε σχέση με άλλες χώρες, να βλέπουμε τρεις και τέσσερις αθλητές/τριες σε ημιτελικά και τελικά. Η παραπάνω αίσθηση όμως, απ’ ό,τι φάνηκε, ξεπέρασε τον μικρόκοσμό μας και μεταδόθηκε και στις υπόλοιπες αποστολές. Λίγο πριν από την ολοκλήρωση της έκτης μέρας, το επιτελείο της ελληνικής αποστολής μού διηγήθηκε μια ιστορία με πρωταγωνίστρια μία από τις φυσικοθεραπεύτριες της γερμανικής ομάδας. Συγκεκριμένα, μου ανέφεραν ότι η συγκεκριμένη κυρία πήρε το θάρρος, ένα απόγευμα, να επισκεφτεί το τραπέζι του ξενοδοχείου όπου κάθονταν οι Έλληνες προπονητές και να τους πει, κατά λέξη: «Σας παραδέχομαι!».
Έχοντας μεγαλώσει σε περιβάλλον όπου ερχόμουν σε συχνή επαφή μαζί τους, ξέρω ότι οι Γερμανοί με δυσκολία θα πουν καλή κουβέντα σε κάποιον και, όταν αποφασίσουν να την ξεστομίσουν, είναι γιατί την πιστεύουν 100%. Και αυτός είναι ο λόγος που έμεινα έκπληκτη — και, νομίζω, και αυτοί — με το κομπλιμέντο της, που, αν το καλοσκεφτείτε, έχει διπλή αξία, εφόσον προέρχεται από κάποιο μέλος της αποστολής της διοργανώτριας χώρας.
Κλείνοντας, για όσους φτάσατε μέχρι εδώ, και για να συνοψίσω όλα τα παραπάνω όσο καλύτερα μπορώ, θα έλεγα ότι πάντα τα θετικά συναισθήματα έχουν μια ιδιαίτερη ικανότητα να βγαίνουν στην επιφάνεια (αρκεί κάποιος να το θέλει, φυσικά). Οπότε, αν έπρεπε να κάνω κι εγώ, με τη σειρά μου, τον απολογισμό μου για τη διοργάνωση σε μία πρόταση, αυτή θα ήταν ότι, παρά τις αστοχίες που έπρεπε να αντιμετωπίσουμε, τίποτα δεν συγκρίνεται με την ευκαιρία να μπορείς να είσαι δίπλα στη νέα γενιά των πρωταθλητών/τριών και να τους υποστηρίζεις, γιατί από εκεί προκύπτουν οι πιο όμορφες εκπλήξεις και οι πιο δυνατές συγκινήσεις στη δουλειά που έχουμε επιλέξει.
